Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

φιλώ < αρχαία ελληνική φιλέω-φιλῶ

  ΡήμαΕπεξεργασία

φιλώ

  1. ακουμπώ τα χείλη μου με τρυφερότητα σε κάποιον, δίνω ένα φιλί, ασπάζομαι
    Και συ στόμα οπού εφίλησα (Α. Κάλβος, Εις θάνατον, ΚΣΤ)
    φίλησα τον Κώστα
  2. (μέσης διάθεσης) φιλιέμαι (λιγότερο δόκιμο, φιλιούμαι): φιλάω κάποιον και το ανταποδίδει, ανταλλάσσω φιλί με κάποιον ή (πιο παλιά) και παθητικό, δηλαδή
    φιλιέμαι με τον Κώστα
    κοίτα, αυτοί φιλιούνται μπροστά στον κόσμο
  3. (παθητικής διάθεσης, παλαιότερα) φιλιέμαι: με φιλούν
    • η φιλημένη (αυτή που έκατσε και την φίλησαν, ως στίγμα τους περασμένους αιώνες για ανύπαντρα κορίτσια)
  4. (μεταφορικά) ως αποχαιρετισμός, στο τέλος επιστολής ή τηλεφωνήματος
    άντε να κλείσουμε να δουλέψω και λίγο, σε φιλώ

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • φιλάω σταυρό (ορκίζομαι ότι λέω την αλήθεια)
  • φίλησέ μου τον ... (δώστου τα χαιρετίσματά μου)
  • φίλησε κατουρημένες ποδιές (έκανε πολύ ταπεινωτικές ενέργειες για να καταφέρει κάτι)
  • χέρι που δεν μπορείς να δαγκώσεις, φίλησέ το (υποταγή όταν δεν μπορείς να επιτεθείς ή να διεκδικήσεις)

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία