Άνοιγμα κυρίου μενού

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Αρχικοί Χρόνοι
Ενεστώτας φιλέω-ῶ
Παρατατικός ἐφίλουν
Μέλλοντας φιλήσω
Αόριστος ἐφίλησα
Παρακείμενος πεφίληκα
Υπερσυντέλικος -

  Ετυμολογία Επεξεργασία

φιλέω < φίλος + jω

  ΡήμαΕπεξεργασία

φιλέω (απαντά σπανίως και ως φίλημμι και φίλειμι)

  1. Στους ομηρικούς χρόνους είχε την έννοια του φέρομαι ευγενικά, φιλοξενώ, καλοδέχομαι κάποιον, καλωσορίζω, φιλεύω
    παρ᾽ ἄμμι φιλήσεαι
  2. Μετά τους ομηρικούς χρόνους σταδιακά απέκτησε τις επιπλέον έννοιες αγαπώ, αρέσκομαι σε κάτι, εγκρίνω, επιδοκιμάζω
    ὅσα θεοὶ ἀνθρώποις οὓς φιλοῦσιν (όσα <δίνουν> οι θεοί στους ανθρώπους που αγαπούν)
  3. συνηθίζω, και ως απρόσωπο ειδικά, έχει την έννοια του "όπως συνηθίζεται" ή "όπως γίνεται συνήθως"
    ὡς δὴ φιλεῖ
    αὔρη δὲ ἀπὸ ψυχροῦ τινος φιλέει πνέειν (η αύρα συνήθως έρχεται από ψυχρά μέρη)
  4. δίνω φιλί, κάνω έρωτα με κάποιον/κάποιαν (και οι δύο πολύ μεταγενέστερες έννοιες)
    τὸ φίλαμα, τὸ τὸν Ἄδωνιν φίλασεν (το φίλημα που έδωσε στον Άδωνι)
    τὰς παρειὰς φιλέονται (φιλιώνται στα μάγουλα)
  5. το μέσο φιλοῦμαι δείχνει αμοιβαιότητα θετικών αισθημάτων και το παθητικό σημαίνει ότι γίνομαι αντικείμενο αγάπης, φιλοξενούμαι, με τιμούν
Αρχικοί Χρόνοι
Ενεστώτας φιλοῦμαι
Παρατατικός ἐφιλούμην
Μέλλοντας φιλήσομαι
φιληθήσομαι(μεταγ.)
Αόριστος ἐφιλάμην
ἐφιλήθην
Παρακείμενος πεφίλημαι
Υπερσυντέλικος ἐπεφιλήμην (μεταγ.)
Τετ. Μέλλων πεφιλήσομαι (μεταγ.)

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΣύνθεταΕπεξεργασία

  Εναλλακτικές μορφές Επεξεργασία