↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο εβδομαδιαίος η εβδομαδιαία το εβδομαδιαίο
      γενική του εβδομαδιαίου της εβδομαδιαίας του εβδομαδιαίου
    αιτιατική τον εβδομαδιαίο την εβδομαδιαία το εβδομαδιαίο
     κλητική εβδομαδιαίε εβδομαδιαία εβδομαδιαίο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι εβδομαδιαίοι οι εβδομαδιαίες τα εβδομαδιαία
      γενική των εβδομαδιαίων των εβδομαδιαίων των εβδομαδιαίων
    αιτιατική τους εβδομαδιαίους τις εβδομαδιαίες τα εβδομαδιαία
     κλητική εβδομαδιαίοι εβδομαδιαίες εβδομαδιαία
ομάδα 'ωραίος', Κατηγορία όπως «ωραίος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία

επεξεργασία
εβδομαδιαίος < από το εβδομάδα.

  Επίθετο

επεξεργασία

εβδομαδιαίος, εβδομαδιαία, εβδομαδιαίο

  1. Που διαρκεί μια εβδομάδα.
  2. Που επαναλαμβάνεται κάθε εβδομάδα.

Συγγενικά

επεξεργασία

  Μεταφράσεις

επεξεργασία