Ελληνικά (el) Επεξεργασία

 
μια άδεια σύριγγα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σύριγγα < γαλλική seringue << αρχαία ελληνική σῦριγξ(που σήμαινε σωλήνα, επίσης ήταν και μουσικό όργανο)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σύριγγα θηλυκό

  1. (ιατρική) συσκευή για την εισαγωγή ενέσεων, με κύλινδρο που περιέχει το υγρό και μια βελόνα στην άκρη του

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία


 
δύο σύριγγες από την Ρουμανία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σύριγγα < αρχαία ελληνική σῦριγξ

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σύριγγα θηλυκό

  1. (μουσική) πνευστό μουσικό όργανο που αποτελείται από μικρούς ξύλινους συνήθως σωλήνες δεμένους μαζί

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία