Δείτε επίσης: Σῦριγξ
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
σῡριγγ-
ονομαστική σῦριγξ αἱ σύριγγες
      γενική τῆς σύριγγος τῶν συρίγγων
      δοτική τῇ σύριγγ ταῖς σύριγξ(ν)
    αιτιατική τὴν σύριγγ τὰς σύριγγᾰς
     κλητική ! σῦριγξ σύριγγες
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  σύριγγε
γεν-δοτ τοῖν  συρίγγοιν
3η κλίση, Κατηγορία 'φάλαγξ' όπως «φάλαγξ» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία

επεξεργασία
σῦριγξ, το όργανο, ήδη ομηρικό , το ιατρικό εργαλείο, ήδη στον Ιπποκράτη < με κατάληξη -ιγξ, πιθανό μεσογειακό δάνειο προελληνική ς προέλευσης[1]

  Ουσιαστικό

επεξεργασία

σῦριγξ θηλυκό

  1. (μουσικό όργανο) η φλογέρα, το σουραύλι
  2. σφυρίγματα αποδοκιμασίας
  3. η τρύπα στο κέντρο τροχού
  4. (ανατομία) η τραχεία
  5. (ιατρική) το συρίγγιο (ιατρικός όρος)

Συγγενικά

επεξεργασία

  Αναφορές

επεξεργασία
  1. Beekes, Robert S. P. (2010) Etymological Dictionary of Greek. [Ετυμολογικό λεξικό της ελληνικής γλώσσας] (στα αγγλικά) με την αρωγή του Lucien van Beek. Leiden: Brill. Τόμοι 1‑2.