Ελληνικά (el) Επεξεργασία


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το συρίγγιο τα συρίγγια
      γενική του συριγγίου των συριγγίων
    αιτιατική το συρίγγιο τα συρίγγια
     κλητική συρίγγιο συρίγγια
όπως «πρόσωπο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

συρίγγιο < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

συρίγγιο ουδέτερο


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία