↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
σῡριγγιο-
ονομαστική τὸ συρίγγιον τὰ συρίγγι
      γενική τοῦ συριγγίου τῶν συριγγίων
      δοτική τῷ συριγγί τοῖς συριγγίοις
    αιτιατική τὸ συρίγγιον τὰ συρίγγι
     κλητική ! συρίγγιον συρίγγι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  συριγγίω
γεν-δοτ τοῖν  συριγγίοιν
2η κλίση, Κατηγορία 'πρόσωπον' όπως «πρόσωπον» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία

επεξεργασία
συρίγγιον < αρχαία ελληνική σῦριγξ, συριγγ- + υποκοριστικό επίθημα -ιον

  Ουσιαστικό

επεξεργασία

συρίγγιον, -ου ουδέτερο

  1. (ιατρική) μικρό έλκος
    ※  5ος πκε αιώνας Ἱπποκράτης, Ἐπιδημίαι, 7.1.117. Loeb Classic Library@archive.org = 6.8.27. = 1201d
    τῷ Δεινίου παιδίῳ ἐν Ἀβδήροισι μετρίως ὀμφαλόν τμηθέντι, συρίγγιον κατελείφθη
  2. (ελληνιστική σημασία) υποκοριστικό του σῦριγξ: μικρό καλάμι