↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική      -ιγξ      -ιγγες
      γενική -ιγγος -ίγγων
      δοτική -ιγγ -ιγξ(ν)
    αιτιατική -ιγγ -ιγγᾰς
     κλητική ! -ιγξ -ιγγες
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ       -ιγγε
γεν-δοτ   -ίγγοιν
Κατάληξη αρσενικών ή θηλυκών ουσιαστικών.
3η κλίση, Κατηγορία 'φάλαγξ' όπως «φάλαγξ» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία

επεξεργασία
-ιγξ < επίθημα -ιγγ- +

  Επίθημα

επεξεργασία

-ιγξ

Δείτε επίσης

επεξεργασία
  • s.v. «στρόφιγγα», «φόρμιγξ», «φύσιγγα» - Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.