Arrows blue.png Δείτε επίσης: φλογερά

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική φλογέρα φλογέρες
γενική φλογέρας
αιτιατική φλογέρα φλογέρες
κλητική φλογέρα φλογέρες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

φλογέρα < αλβανική flojere < αρωμουνική fluiarã / fluearã < λατινική flaturalis < flatura, θηλυκό του flaturus, μετοχή ενεργητικού μέλλοντα του ρήματος flo < πρωτοϊταλικά *flaō < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *bʰleh₁- (φυσώ)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /flɔ.ˈʝɛ.ɾa/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

φλογέρα θηλυκό

  1. (μουσικά όργανα) παραδοσιακό πνευστό μουσικό όργανο, κυλινδρικό, με ανοιχτά τα δύο άκρα του, και τρύπες. Κατασκευασμένο από καλάμι, κόκαλο.
  2. (γαστρονομία) είδος γλυκού που μοιάζει με το μουσικό όργανο

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία