Άνοιγμα κυρίου μενού

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

φυσώ < αρχαία ελληνική φυσάω < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *pu- (φυσώ, φουσκώνω)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /fi.ˈsɔ/

  ΡήμαΕπεξεργασία

φυσώ

  1. μτβ. εκπνέω με δύναμη πάνω σε κάτι
    φύσα το φαγητό σου να κρυώσει
  2. αναπνέω με ένταση
  3. (για άνεμο) πνέω
  4. (μεταβατικό) εκπνέω στο στόμιο κάποιου πνευστού μουσικού οργάνου για να παραχθεί ήχος

  ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • το φυσάει (το χρήμα) : είναι πολύ πλούσιος
  • το φυσάει και δεν κρυώνει : για κάποια ενέργεια για την οποία μετανιώσαμε, αλλά δύσκολα αναστρέφονται οι συνέπειές της

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία