Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το φλάουτο με ράμφος τα φλάουτα με ράμφος
      γενική του φλάουτου με ράμφος των φλάουτων με ράμφος
    αιτιατική το φλάουτο με ράμφος τα φλάουτα με ράμφος
     κλητική φλάουτο με ράμφος φλάουτα με ράμφος
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

φλάουτο με ράμφος < → δείτε τις λέξεις φλάουτο, με και ράμφος, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική flûte à bec
 
Διάφορα είδη φλάουτων με ράμφος.

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈfla.u.to me ˈɾaɱ.fos/

  Πολυλεκτικός όροςΕπεξεργασία

φλάουτο με ράμφος ουδέτερο

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΥπώνυμαΕπεξεργασία

βασικά είδη φλάουτου με ράμφος:

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία