Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το πνευστό τα πνευστά
      γενική του πνευστού των πνευστών
    αιτιατική το πνευστό τα πνευστά
     κλητική πνευστό πνευστά
όπως «βουνό» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πνευστό < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου πνευστός (εννοείται το ουσιαστικό όργανο) < ελληνιστική κοινή πνευστός < αρχαία ελληνική πνέω ((σημασιολογικό δάνειο) γερμανική Blasinstrument[1])

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /pnɛfˈstɔ/
συλλαβισμός: πνευ‐στό

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πνευστό ουδέτερο

ΥπώνυμαΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  Κλιτικός τύπος επιθέτουΕπεξεργασία

πνευστό

  1. (αρσενικό) πνευστός, στην αιτιατική του ενικού
  2. ουδέτερο του πνευστός, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του ενικού

  ΑναφορέςΕπεξεργασία