Arrows blue.png Δείτε επίσης: βελόνι

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική βελόνη βελόνες
γενική βελόνης βελονών
αιτιατική βελόνη βελόνες
κλητική βελόνη βελόνες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

βελόνη < αρχαία ελληνική βελόνη < βέλος < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *gʷelos

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

βελόνη θηλυκό

  1. (παρωχημένο) βελόνα
  2. (παρωχημένο) μαγνητική βελόνα

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία


Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική βελόνη βελόνα βελόναι
Γενική βελόνης βελόναιν βελονῶν
Δοτική βελόν βελόναιν βελόναις
Αιτιατική βελόνην βελόνα βελόνας
Κλητική βελόνη βελόνα βελόναι

  Ετυμολογία Επεξεργασία

βελόνη < βέλος < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *gʷelos

ασθενές θέμα του ρ, βάλλω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

βελόνη θηλυκό

  1. κάθε μυτερή αιχμή
  2. βελόνα
  3. (ιχθυολογία) ένα είδος οξύρρυγχου ψαριού, ζαργάνα
    Συνώνυμα: ῥαφίς