Ελληνικά (el) Επεξεργασία


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η πισωβελονιά οι πισωβελονιές
      γενική της πισωβελονιάς των πισωβελονιών
    αιτιατική την πισωβελονιά τις πισωβελονιές
     κλητική πισωβελονιά πισωβελονιές
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πισωβελονιά < πισω- + βελονιά

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πισωβελονιά θηλυκό


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία