Δείτε επίσης: κολόνια, Κολωνία, κολωνός, Κολωνός

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η κολόνα οι κολόνες
      γενική της κολόνας των κολονών
    αιτιατική την κολόνα τις κολόνες
     κλητική κολόνα κολόνες
Απ' όλα τα θηλυκά σε -όνα, όπως εικόνα, με γενκή πληθυντικού -όνων,
εξαιρούνται τα βελόνα και κολόνα (*).
όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κολόνα < ιταλική colonna < λατινική columna < columen < culmen < πρωτοϊταλικά *kolamen < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *kelH- (ανέρχομαι, ψηλώνω, λόφος)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κολόνα θηλυκό

  1. κίονας
  2. στύλος
    οι κολόνες της ΔΕΗ
  3. (αρχιτεκτονική) στύλος από οπλισμένο σκυρόδεμα, κατακόρυφο δομικό στοιχείο του φέροντος οργανισμού ενός κτηρίου

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία