Δείτε επίσης: κολωνός, κολόνα, Κολονάκι, Κολωνάκι

Νέα ελληνικά (el) επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο Κολωνός οι Κολωνοί
      γενική του Κολωνού των Κολωνών
    αιτιατική τον Κολωνό τους Κολωνούς
     κλητική Κολωνέ Κολωνοί
συνήθως στον ενικό
Κατηγορία όπως «ναός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία επεξεργασία

Κολωνός < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική Κολωνός < κολωνός

  Προφορά επεξεργασία

ΔΦΑ : /ko.loˈnos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: Κο‐λω‐νός

  Κύριο όνομα επεξεργασία

Κολωνός αρσενικό, μόνο στον ενικό

  1. συνοικία της Αθήνας
  2. δήμος της αρχαίας Αθήνας

Δείτε επίσης επεξεργασία

  Μεταφράσεις επεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
ονομαστική Κολωνός
      γενική τοῦ Κολωνοῦ
      δοτική τῷ Κολων
    αιτιατική τὸν Κολωνόν
     κλητική ! Κολωνέ
2η κλίση, Κατηγορία 'ναός' όπως «ναός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία επεξεργασία

Κολωνός < κολωνός

  Κύριο όνομα επεξεργασία

Κολωνός αρσενικό

  1. δήμος των Αθηνών
  2. ανδρικό όνομα του επώνυμου ήρωα

  Πηγές επεξεργασία