Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /pɔ.to/
poteau 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

poteau (fr) αρσενικό

  1. o στύλος, ο πάσσαλος, το παλούκι
  2. το δοκάρι