Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

ago (en)



Εσπεράντο (eo)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ago < ag- + -o

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ago 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ago agoj
αιτιατική agon agojn

ago (eo)



Ιταλικά (it) Επεξεργασία

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

ago (it)



Λατινικά (la) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ago < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *h₂eǵ- / *agʰ- / *αγ-. Συγγενές με το αρχαία ελληνική ἄγω

  ΡήμαΕπεξεργασία

ago (la) (ago-egi-actum-agere)

  1. άγω, διάγω
  2. ελαύνω
  3. πράττω, κάνω

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  1. ago bellum (=κάνω πόλεμο, πολεμώ)

ΚλίσηΕπεξεργασία