Ελληνικά (el) Επεξεργασία

     πτώσεις  ↓          ενικός      
ονομαστική το θάλπος
      γενική του θάλπους
    αιτιατική το θάλπος
     κλητική θάλπος
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

θάλπος < αρχαία ελληνική θάλπος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

θάλπος ουδέτερο, μόνο στον ενικό

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία


Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική θάλπος θάλπει θάλπη
Γενική θάλπους θαλποῖν θαλπῶν
Δοτική θάλπει θαλποῖν θάλπεσι(ν)
Αιτιατική θάλπος θάλπει θάλπη
Κλητική θάλπος θάλπει θάλπη

  Ετυμολογία Επεξεργασία

θάλπος < θάλπω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

θάλπος

  1. ζεστασιά, θερμότητα
  2. καύσωνας
  3. κεντρί
  4. πόνος, πικρία