Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

θαλπερός < → λείπει η ετυμολογία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

θαλπερός, -ή, -ό

  1. ευχάριστα ζεστός
  2. (μεταφορικά) φιλόξενος, παρήγορος

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία