Αρχαία ελληνικά (grc)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
θαρσεσ-
ονομαστική τὸ θάρσος τὰ θάρση - θάρσε
      γενική τοῦ θάρσους - θάρσεος τῶν θαρσῶν - θαρσέων
      δοτική τῷ θάρσει - θάρσεῐ̈ τοῖς θάρσεσ(ν)
    αιτιατική τὸ θάρσος τὰ θάρση - θάρσεα
     κλητική ! θάρσος θάρση - θάρσεα
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  θάρσει - θάρσεε
γεν-δοτ τοῖν  θαρσοῖν - θαρσέοιν
3η κλίση, Κατηγορία 'βέλος' όπως «βέλος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

θάρσος < λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

θάρσος ουδέτερο

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία