Δείτε επίσης: άνθος

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική ἄνθος ἄνθει ἄνθη
Γενική ἄνθους ἀνθοῖν ἀνθῶν
Δοτική ἄνθει ἀνθοῖν ἄνθεσι(ν)
Αιτιατική ἄνθος ἄνθει ἄνθη
Κλητική ἄνθος ἄνθει ἄνθη

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ἄνθος < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *h₂endʰos

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ἄνθος ουδέτερο

  1. (βοτανική) άνθος, λουλούδι
  2. (βοτανική) μπουμπούκι
  3. (βοτανική) βλαστάρι
  4. (μεταφορικά) καθαρότητα, λαμπρότητα
  5. (μεταφορικά) νεότητα, ακμή
  6. (μεταφορικά) αποκορύφωμα, ακμή
  7. (μεταφορικά) γλαφυρότητα
  8. (μεταφορικά) ανθολογία
  9. (ορνιθολογία) είδος πουλιού, κίτρινη σουσουράδα

Παράγωγες λέξειςΕπεξεργασία

και

ΑπόγονοιΕπεξεργασία

ἄνθος (αρχαία ελληνικά)

μεσαιωνικά ελληνικά: ἄνθος, ἀθθός
νέα ελληνικά: άνθος
νέα ελληνικά: ανθός