Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική δροσιά δροσιές
γενική δροσιάς δροσιών
αιτιατική δροσιά δροσιές
κλητική δροσιά δροσιές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

δροσιά < ελληνιστική κοινή δροσία < αρχαία ελληνική δρόσος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

δροσιά θηλυκό

  1. ο ευχάριστος, ελαφρά ψυχρότερος, αέρας
  2. (συνεκδοχικά) το μέρος που έχει δροσιά (1)
  3. (μεταφορικά) η φρεσκάδα, η νεανικότητα
  4. οι σταγόνες που συγκεντρώνονται το πρωί στα φυτά και στο έδαφος

  ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  Παράγωγες λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία