Ελληνικά (el) Επεξεργασία

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η σταγόνα οι σταγόνες
      γενική της σταγόνας των σταγόνων
    αιτιατική τη σταγόνα τις σταγόνες
     κλητική σταγόνα σταγόνες
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σταγόνα < αρχαία ελληνική σταγών
 
μια σταγόνα νερού ενώ πέφτει

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σταγόνα θηλυκό

  1. μικρή ποσότητα υγρού σε σχήμα σχεδόν σφαιρικό που σχηματίζεται ενώ το υγρό πέφτει
  2. ίχνος από μικρή ποσότητα υγρού πάνω σε στερεή επιφάνεια
  3. (μεταφορικά) μικρή ποσότητα από κάτι

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία