Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική εἶρος εἴρει εἴρη
Γενική εἴρους εἰροῖν εἰρῶν
Δοτική εἴρει εἰροῖν εἴρεσι(ν)
Αιτιατική εἶρος εἴρει εἴρη
Κλητική εἶρος εἴρει εἴρη

  Ετυμολογία Επεξεργασία

εἶρος < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

εἶρος ουδέτερο

  1. μαλλί, έριο
  2. (βοτανική) ζιζάνιο του βαμβακιού, αγριόχορτο (Diotis maritima)
     συνώνυμα: γναφάλλιον
  3. (ιατρική) είδος πυρετού

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία