Δείτε επίσης: ειρεσιώνη

Αρχαία ελληνικά (grc)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική εἰρεσιώνη αἱ εἰρεσιῶναι
      γενική τῆς εἰρεσιώνης τῶν εἰρεσιωνῶν
      δοτική τῇ εἰρεσιών ταῖς εἰρεσιώναις
    αιτιατική τὴν εἰρεσιώνην τὰς εἰρεσιώνᾱς
     κλητική ! εἰρεσιώνη εἰρεσιῶναι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  εἰρεσιών
γεν-δοτ τοῖν  εἰρεσιώναιν
1η κλίση, ομάδα 'γνώμη', Κατηγορία 'γνώμη' όπως «γνώμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

εἰρεσιώνη < εἶρος[1] [2]

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

εἰρεσιώνη θηλυκό

  1. (θρησκεία) κλαδί ελιάς ή δάφνης τυλιγμένο με μαλλί και με φρούτα να κρέμονται απ' αυτό, αφιερωμένο στον θεό Απόλλωνα, που το περιέφεραν τραγουδώντας παιδιά στις γιορτές των Πυανοψίων και των Θαργηλίων, ενώ συγχρόνως γίνονταν προσφορές στον Ήλιο και τις Ώρες. Τέλος το κλαδί το κρεμούσαν στην εξώπορτα.
  2. (κατʼ επέκταση) το τραγούδι που τραγουδούσαν σε όλη αυτή τη διαδικασία
  3. νεκρικό στεφάνι
  4. (κατʼ επέκταση) στεφάνι

  ΠηγέςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

  1. Μοντανάρι (Montanari), Φράνκο (Franco) (2013). Σύγχρονο λεξικό της αρχαίας ελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Παπαδήμας. 
  2. «εἰρεσιώνη» - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.