Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο πυρετός οι πυρετοί
      γενική του πυρετού των πυρετών
    αιτιατική τον πυρετό τους πυρετούς
     κλητική πυρετέ πυρετοί
όπως «αγρός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πυρετός < (διαχρονικό) αρχαία ελληνική πυρετός < πῦρ
(μεταφορική έννοια) < (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική fièvre[1]

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /pi.ɾeˈtos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: πυ‐ρε‐τός

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πυρετός αρσενικό

  1. (ιατρική) παθολογική άνοδος της θερμοκρασίας του σώματος
  2. (μεταφορικά) η μεγάλη αύξηση της δραστηριότητας ενός ανθρώπου ή σε έναν τόπο

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική πυρετός πυρετώ πυρετοί
Γενική πυρετοῦ πυρετοῖν πυρετῶν
Δοτική πυρετ πυρετοῖν πυρετοῖς
Αιτιατική πυρετόν πυρετώ πυρετούς
Κλητική πυρετέ πυρετώ πυρετοί

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πυρετός < πῦρ

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πυρετός αρσενικό

  1. μεγάλη ζέστη
    καί τε φέρει πολλὸν πυρετὸν δειλοῖσι βροτοῖσιν (Ομήρου Ιλιάδα, Χ 31)
    θέρμες φέρνει στ' άμοιρο τ' αθρωπολόϊ (Μετάφραση Αλέξανδρου Πάλλη - εδώ η μετάφραση του Πάλλη δεν είναι ακριβής καθώς το κείμενο αναφέρεται στα γνωστά κυνικά καύματα)
  2. (ιατρική) πυρετός

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία