Δείτε επίσης: αίσχος

Αρχαία ελληνικά (grc)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
αἰσχεσ-
ονομαστική τὸ αἶσχος τὰ αἴσχη - αἴσχε
      γενική τοῦ αἴσχους - αἴσχεος τῶν αἰσχῶν - αἰσχέων
      δοτική τῷ αἴσχει - αἴσχεῐ̈ τοῖς αἴσχεσ(ν)
    αιτιατική τὸ αἶσχος τὰ αἴσχη - αἴσχεα
     κλητική ! αἶσχος αἴσχη - αἴσχεα
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  αἴσχει - αἴσχεε
γεν-δοτ τοῖν  αἰσχοῖν - αἰσχέοιν
3η κλίση, Κατηγορία 'βέλος' όπως «σκεῦος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αἶσχος < λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αἶσχος ουδέτερο

  1. ασχήμια
  2. ατιμία
  3. (στον πληθυντικό) τὰ αἴσχη: αισχρές πράξεις και έργα

ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία