Αρχαία ελληνικά (grc)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ἐπεσ-
ονομαστική τὸ ἔπος τὰ ἔπη - ἔπε
      γενική τοῦ ἔπους - ἔπεος τῶν ἐπῶν - ἐπέων
      δοτική τῷ ἔπει - ἔπεῐ̈ τοῖς ἔπεσ(ν)
    αιτιατική τὸ ἔπος τὰ ἔπη - ἔπεα
     κλητική ! ἔπος ἔπη - ἔπεα
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  ἔπει - ἔπεε
γεν-δοτ τοῖν  ἐποῖν - ἐπέοιν
3η κλίση, Κατηγορία 'βέλος' όπως «βέλος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ἔπος < ϝέπος ‎< (κληρονομημένο) πρωτοελληνική *wékʷos < ινδοευρωπαϊκή ρίζα *wékʷos < *wekʷ- ‎(μιλώ)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ἔπος ουδέτερο

  1. λόγος
  2. έπος

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία