↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ἐπεσ-
ονομαστική τὸ ἔπος τὰ ἔπη - ἔπε
      γενική τοῦ ἔπους - ἔπεος τῶν ἐπῶν - ἐπέων
      δοτική τῷ ἔπει - ἔπεῐ̈ τοῖς ἔπεσ(ν)
επικοί τύποι : ἔπεσσι, ἐπέεσσι
    αιτιατική τὸ ἔπος τὰ ἔπη - ἔπεα
     κλητική ! ἔπος ἔπη - ἔπεα
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  ἔπει - ἔπεε
γεν-δοτ τοῖν  ἐποῖν - ἐπέοιν
3η κλίση, Κατηγορία 'βέλος' όπως «βέλος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία

επεξεργασία
ἔπος < ϝέπος ‎< (κληρονομημένο) πρωτοελληνική *wékʷos < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *wékʷos < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *wekʷ- (μιλώ)

  Ουσιαστικό

επεξεργασία

ἔπος ουδέτερο

  1. λόγος
  2. έπος
    ※  8ος πκε αιώνας   Ὅμηρος, Ἰλιάς, 1 (Α. Λοιμός. Μῆνις.), στίχ. 220
    Πηλεΐδης δ’ ἐξαῦτις ἀταρτηροῖς ἐπέεσσιν
    Ἀτρεΐδην προσέειπε, καὶ οὔ πω λῆγε χόλοιο

Άλλες μορφές

επεξεργασία

Εκφράσεις

επεξεργασία