Arrows blue.png Δείτε επίσης: ἔπος

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική έπος έπη
γενική έπους επών
αιτιατική έπος έπη
κλητική έπος έπη

  Ετυμολογία Επεξεργασία

έπος < αρχαία ελληνική ἔπος < ϝέπος ‎< πρωτοελληνική *wékʷos < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *wékʷos < *wekʷ- ‎(μιλώ)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈɛ.pɔs/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

έπος ουδέτερο

  1. ποίημα μεγάλης έκτασης όπου εξυμνούνται κι εγκωμιάζονται τα κατορθώματα ηρώων, θεών, αρχόντων κ.λπ.
  2. (συνεκδοχικά) το αντίστοιχο λογοτεχνικό είδος
  3. (μεταφορικά) σκληρός αγώνας που καταλήγει θριαμβευτικά σε νίκη
    το έπος της Αλβανίας

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία