Ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η εποποιία οι εποποιίες
      γενική της εποποιίας των εποποιιών
    αιτιατική την εποποιία τις εποποιίες
     κλητική εποποιία εποποιίες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

εποποιία < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐποποιία ( < ἔπος + ποιῶ, η επική ποίηση), (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική épopée[1]

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /e.po.piˈi.a/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

εποποιία θηλυκό

  1. η επιτέλεση συνόλου από αξιοθαύμαστα κατορθώματα, ιδίως πολεμικών πράξεων ηρωισμού· έπος
  2. (σπάνιο, κυριολεκτικά) η αφήγηση επικών κατορθωμάτων, το έπος, η επική ποίηση

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

<