Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

επική ποίηση < επική

  Πολυλεκτικός όροςΕπεξεργασία

επική ποίηση θηλυκό, μόνο στον ενικό

  1. (φιλολογία) η ποίηση που αναφέρεται σε επικά ποιήματα, ηρωικά ή διδακτικά
  2. (λογοτεχνία) σύνολα ποιημάτων που βασίζονται σε εθνική επική παράδοση

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία