Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μιλώ < μεσαιωνική ελληνική < αρχαία ελληνική ὁμιλέω, -ῶ, συναναστρέφομαι

  ΡήμαΕπεξεργασία

μιλώ, πρτ.: μιλούσα, στ.μέλλ.: θα μιλήσω, αόρ.: μίλησα, παθ.φωνή: μιλιέμαι, μτχ.π.π.: μιλημένος

  1. βγάζω φωνή από το στόμα, με σκοπό συνήθως την επικοινωνία με άλλους ανθρώπους
    Μόνος σου μιλάς;
      συνώνυμα: λαλώ
  2. επικοινωνώ με κάποιον
    Πάνε είκοσι λεπτά που μιλάνε στο τηλέφωνο.
      συνώνυμα: κουβεντιάζω, συζητώ, συνομιλώ
  3. ξέρω να χειρίζομαι μια άλλη γλώσσα
    Μιλάτε γαλλικά;
  4. εκφράζω τη γνώμη μου
    Μιλάει, μιλάει, αλλά δεν κάνει τίποτα.
  5. εκφωνώ έναν λόγο μπροστά σε κοινό
    Ο πρωθυπουργός θα μιλήσει στις επτά και μισή.
      συνώνυμα: αγορεύω
  6. διατηρώ καλές σχέσεις με κάποιον
    Πάνε πέντε χρόνια που δε μιλάνε.
  7. αποκαλύπτω κάτι
    Απειλεί να μιλήσει εάν δεν τον υποστηρίξουν.

  ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • μιλώ για... : αναφέρω, εκφράζω κάποιο μήνυμα
    Μέσα στο άρθρο του, ο συγγραφέας μιλάει για τα προβλήματα της ανεργίας.

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΚλίσηΕπεξεργασία

  Δείτε επίσης Επεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία