Δείτε επίσης: όμιλος
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ὅμιλος οἱ ὅμιλοι
      γενική τοῦ ὁμίλου τῶν ὁμίλων
      δοτική τῷ ὁμίλ τοῖς ὁμίλοις
    αιτιατική τὸν ὅμιλον τοὺς ὁμίλους
     κλητική ! ὅμιλε ὅμιλοι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  ὁμίλω
γεν-δοτ τοῖν  ὁμίλοιν
2η κλίση, Κατηγορία 'θρίαμβος' όπως «θρίαμβος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία

επεξεργασία
ὅμῑλος < ὁμός + -ιλος[1]

  Ουσιαστικό

επεξεργασία

ὅμῑλος αρσενικό

  1. πλήθος
  2. όχλος
  3. συνωστισμός
  4. (μεταφορικά) αναταραχή, σύγχυση, θόρυβος

  Αναφορές

επεξεργασία
  1. όμιλος - Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.