Ετυμολογία

επεξεργασία
μιλάω < μιλ(ώ) + -άω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική μιλῶ, ὁμιλῶ < ελληνιστική κοινή ὁμιλέω, -ῶ, αρχαία σημασία: συναναστρέφομαι.[1] Δείτε και ὅμιλος

  Προφορά

επεξεργασία
ΔΦΑ : /miˈla.o/

μιλάω/μιλώ, πρτ.: μιλούσα/μίλαγα, στ.μέλλ.: θα μιλήσω, αόρ.: μίλησα, παθ.φωνή: μιλιέμαι, π.αόρ.: μιλήθηκα, μτχ.π.π.: μιλημένος

  1. βγάζω φωνή από το στόμα, με σκοπό συνήθως την επικοινωνία με άλλους ανθρώπους
    Μόνος σου μιλάς;
     συνώνυμα: λαλώ, λέω, κρένω
  2. επικοινωνώ με κάποιον
    Σου μιλάω, δε μ' ακούς;
    Πάνε είκοσι λεπτά που μιλάνε στο τηλέφωνο.
     συνώνυμα: κουβεντιάζω, συζητώ, συνομιλώ
  3. ξέρω να χειρίζομαι μια άλλη γλώσσα
    Μιλάτε γαλλικά;
  4. εκφράζω τη γνώμη μου
    Μιλάει, μιλάει, αλλά δεν κάνει τίποτα.
  5. εκφωνώ έναν λόγο μπροστά σε κοινό
    Ο πρωθυπουργός θα μιλήσει στις επτά και μισή.
     συνώνυμα: αγορεύω
  6. διατηρώ καλές σχέσεις με κάποιον
    Πάνε πέντε χρόνια που δε μιλάνε.
  7. αποκαλύπτω κάτι
    Απειλεί να μιλήσει εάν δεν τον υποστηρίξουν.

Άλλες μορφές

επεξεργασία
  • ομιλώ (επίσημο, καθαρεύουσα)

Εκφράσεις

επεξεργασία

Συγγενικά

επεξεργασία

  Μεταφράσεις

επεξεργασία

  Αναφορές

επεξεργασία