Ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο εθιμικός η εθιμική το εθιμικό
      γενική του εθιμικού της εθιμικής του εθιμικού
    αιτιατική τον εθιμικό την εθιμική το εθιμικό
     κλητική εθιμικέ εθιμική εθιμικό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι εθιμικοί οι εθιμικές τα εθιμικά
      γενική των εθιμικών των εθιμικών των εθιμικών
    αιτιατική τους εθιμικούς τις εθιμικές τα εθιμικά
     κλητική εθιμικοί εθιμικές εθιμικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

εθιμικός < έθιμο + -ικός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

εθιμικός, -ή, -ό

  1. που αναφέρεται ή ανάγεται σε έθιμο
  2. εθιμικό δίκαιο: η απόδοση δικαιοσύνης με βάση τους άγραφους κανόνες μιας κοινωνίας και όχι με βάση το γραπτό δίκαιο

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία