Αγγλικά (en)Επεξεργασία

      ενικός         πληθυντικός  
delivery deliveries

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

delivery (en)

  1. η παράδοση (ενός πράγματος στον προορισμό του ή στις αρχές)
  2. η γέννα
  3. η χορήγηση (ενός φαρμάκου)
  4. η έκφραση, ο τρόπος με τον οποίο κάποιος εκφράζεται, μιλάει

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Αλλόγλωσσα παράγωγαΕπεξεργασία