Αγγλικά (en) Επεξεργασία

ενεστώτας deliver
γ΄ ενικό ενεστώτα delivers
αόριστος delivered
παθητική μετοχή delivered
ενεργητική μετοχή delivering

  ΡήμαΕπεξεργασία

deliver (en)

  1. απελευθερώνω κάποιον από κάτι
  2. γεννώ ένα παιδί
  3. ξεγεννώ, βοηθώ σε έναν τοκετό
  4. παραδίδω
  5. εκφράζω κάτι με λόγια

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία