Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πάνδημος < αρχαία ελληνική παν + δήμος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

πάνδημος, -η, -ο

  1. που γίνεται με τη συμμετοχή όλου του λαού

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

  • Πάνδημος Αφροδίτη: η θεότητα του έρωτα που λατρευόταν από το σύνολο των δήμων της αρχαίας Αθήνας.

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

«πάνδημος εορτασμός της εθνικής επετείου»

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία