Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ημιπολύτιμος < ημι- + πολύτιμος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ημιπολύτιμος, -η, -ο

  1. που έχει μικρότητα αξία και σπανιότητα από τον πολύτιμο
    ο αμέθυστος και ο χαλαζίας ανήκουν στους ημιπολύτιμους λίθους


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία