Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο βαρύτιμος η βαρύτιμη το βαρύτιμο
      γενική του βαρύτιμου της βαρύτιμης του βαρύτιμου
    αιτιατική τον βαρύτιμο τη βαρύτιμη το βαρύτιμο
     κλητική βαρύτιμε βαρύτιμη βαρύτιμο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι βαρύτιμοι οι βαρύτιμες τα βαρύτιμα
      γενική των βαρύτιμων των βαρύτιμων των βαρύτιμων
    αιτιατική τους βαρύτιμους τις βαρύτιμες τα βαρύτιμα
     κλητική βαρύτιμοι βαρύτιμες βαρύτιμα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

βαρύτιμος < ελληνιστική κοινή βαρύτιμος (παρόμοια σημασία) < αρχαία ελληνική βαρύτιμος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

βαρύτιμος

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική ὁ, ἡ βαρύτιμος τὸ βαρύτιμον οἱ, αἱ βαρύτιμοι τὰ βαρύτιμα
Γενική τοῦ, τῆς βαρυτίμου τοῦ βαρυτίμου τῶν βαρυτίμων τῶν βαρυτίμων
Δοτική τῷ, τῇ βαρυτίμῳ τῷ βαρυτίμῳ τοῖς, ταῖς βαρυτίμοις τοῖς βαρυτίμοις
Αιτιατική τὸν, τὴν βαρύτιμον τὸ βαρύτιμον τοὺς, τὰς βαρυτίμους τὰ βαρύτιμα
Κλητική βαρύτιμε βαρύτιμον βαρύτιμοι βαρύτιμα
Πτώσεις Δυικός
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική βαρυτίμω
Γενική-Δοτική βαρυτίμοιν

  Ετυμολογία Επεξεργασία

βαρύτιμος < βαρύς + τιμή + -ος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

βᾰρῠ́τῑμος

  1. που τιμωρεί βαριά
  2. (ελληνιστική κοινή) πολύτιμος, που έχει μεγάλη αξία