Δείτε επίσης: τιμῶ

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τιμώ < αρχαία ελληνική τιμάω / τιμῶ

  ΡήμαΕπεξεργασία

τιμώ, παθ. φωνή: τιμώμαι, παθ. μτχ.: τιμημένος

  1. προσφέρω τιμές, σέβομαι
  2. εορτάζω μια επίσημη γιορτή ή τη μνήμη ενός σημαντικού γεγονότος
  3. απονέμω μια επίσημη διάκριση
  4. (μεταφορικά) χρησιμοποιώ
  5. τιμώμαι: έχω μια τιμή, κοστίζω

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία