Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

precious < μέση αγγλική precious < παλαιά γαλλική precios < λατινική pretiosus < pretium

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

precious (en)

  1. πολύτιμος
  2. ακριβός (ως έκφραση αγάπης και τρυφερότητας)