Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το φιλότιμο τα φιλότιμα
      γενική του φιλότιμου των φιλότιμων
    αιτιατική το φιλότιμο τα φιλότιμα
     κλητική φιλότιμο φιλότιμα
Κατηγορία όπως «σίδερο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

φιλότιμο < αρχαία ελληνική φιλότιμον, ουδέτερο του φιλότιμος < φιλέω + τιμή

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

φιλότιμο ουδέτερο

  • το χαρακτηριστικό εκείνου που είναι συχνά υπέρ το δέον συνεπής προς τις υποχρεώσεις του, που πρόθυμα εκτελεί τα καθήκοντά του, με ευσυνειδησία, εκείνου που δεν θέλει να δίνει δικαιώματα να θιγεί η τιμή και η υπόληψή του, αξιοπρέπεια, τιμή, περηφάνια, καλώς εννοούμενος εγωισμός
    Από το τέλος του 2015 λειτουργούμε χωρίς καμία χρηματοδότηση καθώς λόγω γραφειοκρατίας δεν καταβάλλονται οι προβλεπόμενες πιστώσεις από τον ΕΟΠΥΥ. Μόλις πριν λίγες μέρες μάς είπαν πως θα αναρτηθεί η σχετική απόφαση και θα καταβληθούν αναδρομικά χρωστούμενα συνολικού ύψους 700.000 ευρώ. Το ίδιο πρόβλημα αντιμετωπίζουν συνολικά 27 δομές σε όλη την Ελλάδα και δεν έχει να κάνει μόνο με τον φορέα μας. Είναι φυσικό να έχουν δημιουργηθεί εκκρεμότητες, ειδικά προς τους εργαζόμενους, στο φιλότιμο των οποίων όμως οφείλεται και η συνέχιση της λειτουργίας μας. (*)

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία