Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο φιλότιμος η φιλότιμη το φιλότιμο
      γενική του φιλότιμου της φιλότιμης του φιλότιμου
    αιτιατική τον φιλότιμο τη φιλότιμη το φιλότιμο
     κλητική φιλότιμε φιλότιμη φιλότιμο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι φιλότιμοι οι φιλότιμες τα φιλότιμα
      γενική των φιλότιμων των φιλότιμων των φιλότιμων
    αιτιατική τους φιλότιμους τις φιλότιμες τα φιλότιμα
     κλητική φιλότιμοι φιλότιμες φιλότιμα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

φιλότιμος < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική φιλότιμος (από την ελληνιστική περίοδο και με τη σημερινή σημασία). Συγχρονικά αναλύεται σε φιλό- + -τιμος (φίλος της τιμής)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /fiˈlo.ti.mos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: φι‐λό‐τι‐μος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

φιλότιμος

  1. που έχει το συναίσθημα της τιμής και της αξιοπρέπειας κι επιθυμεί να τον εκτιμούν οι άλλοι
  2. (ειδικότερα) ο εργατικός, ο φιλόπονος, που προσπαθεί συνειδητά να τηρήσει τις υποχρεώσεις του ή να ξεχωρίσει στον χώρο δράσης του με τις ενέργειές του
  3. που είναι γενναιόδωρος με τα χρήματα, στην περίπτωση που βοηθά ή φροντίζει κάποιον
  4. (κατ’ επέκταση) που διακρίνεται από φιλοτιμία

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

και δείτε τις λέξεις φίλος και τιμή

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική ὁ, ἡ φιλότιμος τὸ φιλότιμον οἱ, αἱ φιλότιμοι τὰ φιλότιμα
Γενική τοῦ, τῆς φιλοτίμου τοῦ φιλοτίμου τῶν φιλοτίμων τῶν φιλοτίμων
Δοτική τῷ, τῇ φιλοτίμῳ τῷ φιλοτίμῳ τοῖς, ταῖς φιλοτίμοις τοῖς φιλοτίμοις
Αιτιατική τὸν, τὴν φιλότιμον τὸ φιλότιμον τοὺς, τὰς φιλοτίμους τὰ φιλότιμα
Κλητική φιλότιμε φιλότιμον φιλότιμοι φιλότιμα
Πτώσεις Δυικός
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική φιλοτίμω
Γενική-Δοτική φιλοτίμοιν

  Ετυμολογία Επεξεργασία

φιλότιμος < (φίλος) φιλό- + -τιμος (τῖμος, ποιητικός τύπος του τιμή)

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

φιλότιμος, -ος, ον [φῐλότῑμος]

  1. (συνήθως κακόσημο) αυτός που αγαπάει τις τιμές
  2. (ελληνιστική κοινή) γενναιόδωρος

Παράγωγες λέξειςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

και δείτε τις λέξεις φίλος και τιμή

  ΠηγέςΕπεξεργασία