Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αναισθησία οι αναισθησίες
      γενική της αναισθησίας των αναισθησιών
    αιτιατική την αναισθησία τις αναισθησίες
     κλητική αναισθησία αναισθησίες
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αναισθησία < αρχαία ελληνική ἀναισθησία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αναισθησία θηλυκό

  1. η κατάσταση του αναίσθητου, η έλλειψη συνειδητότητας, κατάσταση που μοιάζει με τον ύπνο και προκαλείται από τη χορήγηση ειδικών ουσιών, όπως π.χ. πριν από χειρουργική επέμβαση
  2. (συνεκδοχικά) η ουσία που προκαλεί την προαναφερθείσα κατάσταση
    η επέμβαση αναβλήθηκε επειδή ο ασθενής προς το παρόν δεν μπορεί να δεχτεί αναισθησία
  3. η ιδιότητα του αναίσθητου, η έλλειψη συναισθημάτων, η αδιαφορία για τον πόνο του άλλου, για τις επιπλήξεις που κάποιος δέχεται κλπ


Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία