Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η υποτίμηση οι υποτιμήσεις
      γενική της υποτίμησης
& υποτιμήσεως
των υποτιμήσεων
    αιτιατική την υποτίμηση τις υποτιμήσεις
     κλητική υποτίμηση υποτιμήσεις
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

υποτίμηση < ελληνιστική κοινή ὑποτίμησις < αρχαία ελληνική ὑποτιμάω / ὑποτιμῶ < τιμάω / τιμῶ (1. (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική dévaluation)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

υποτίμηση θηλυκό

  1. (οικονομία) ο (επίσημος) καθορισμός μικρότερης αξίας για κάποιο νόμισμα
     αντώνυμα: ανατίμηση
  2. (οικονομία) η μείωση της τιμής ενός αντικειμένου, μιας υπηρεσίας κ.λπ.
     αντώνυμα: ανατίμηση
  3. η (συνήθως λανθασμένη αλλ’ ενίοτε σωστή) εκτίμηση ότι η αξία ή η σημασία που έχει κάτι (πρόσωπο, αντικείμενο κ.λπ.) είναι κατώτερη απ’ ό,τι συνήθως εκτιμάται
     αντώνυμα: υπερτίμηση

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία