Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κατώτερος < αρχαία ελληνική κατώτερος < κάτω

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

κατώτερος

  1. → λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί)

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία