Δείτε επίσης: απότιση
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αποτίμηση οι αποτιμήσεις
      γενική της αποτίμησης* των αποτιμήσεων
    αιτιατική την αποτίμηση τις αποτιμήσεις
     κλητική αποτίμηση αποτιμήσεις
* παλιότερος λόγιος τύπος, αποτιμήσεως
Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία

επεξεργασία
αποτίμηση < (ελληνιστική κοινή) ἀποτίμησις < αρχαία ελληνική ἀποτιμάω < ἀπό + τιμάω

  Ουσιαστικό

επεξεργασία

αποτίμηση θηλυκό

  1. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αποτιμώ, ο υπολογισμός της οικονομικής αξίας ή της σπουδαιότητας κάποιου αντικειμένου ή γεγονότος
  2. (λογιστική) συνώνυμο του επιμέτρηση

Συνώνυμα

επεξεργασία

Συγγενικά

επεξεργασία

  Μεταφράσεις

επεξεργασία