Δείτε επίσης: απότιση

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αποτίμηση οι αποτιμήσεις
      γενική της αποτίμησης
& αποτιμήσεως
των αποτιμήσεων
    αιτιατική την αποτίμηση τις αποτιμήσεις
     κλητική αποτίμηση αποτιμήσεις
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αποτίμηση < ελληνιστική κοινή ἀποτίμησις < αρχαία ελληνική ἀποτιμάω < ἀπό + τιμάω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αποτίμηση θηλυκό

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία