Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αποτιμώ < καθαρεύουσα ἀποτιμῶ < αρχαία ελληνική ἀποτιμάω - ἀποτιμῶ < ἀπό + τιμάω-ῶ

  ΡήμαΕπεξεργασία

αποτιμώ, πρτ.: αποτιμούσα, στ.μέλλ.: θα αποτιμήσω, αόρ.: αποτίμησα, παθ.φωνή: αποτιμώμαι

  1. εκτιμώ, υπολογίζω το τελικό όφελος ή ζημία, υπολογίζω την οικονομική αξία
  2. (μεταφορικά) εκτιμώ το κέρδος ή τις απώλειες σε εξελίξεις και καταστάσεις, κάνω απολογισμό, αξιολογώ κάτι γενικά
    η Κεντρική Επιτροπή του κόμματος συνεδρίασε για να αποτιμήσει το εκλογικό αποτέλεσμα

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία